Ατοπική Δερματίτιδα

 
   ekzema_0Η ατοπική δερματίτιδα είναι μια από τις συνηθέστερες δερματικές παθήσεις που προσβάλλει ιδιαίτερα βρέφη και παιδιά με γεννητική προδιάθεση. Στις αναπτυγμένες χώρες το 1,4-3% των ατόμων που γεννήθηκαν πριν από το 1970 έπασχαν τουλάχιστον για κάποιο διάστημα από ατοπική δερματίτιδα, ενώ το ποσοστό ανεβαίνει στο 8,9-20% στα άτομα που γεννήθηκαν μετά το 1970. Μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν ότι πάνω από το 10% των παιδιών πάσχουν από ατοπική δερματίτιδα, με τάση αύξησης τα τελευταία χρόνια.

   Η αύξηση της συχνότητας αποδίδεται περισσότερο στο μεγάλο αριθμό νέων, εισπνεόμενων κυρίως, αλλεργιογόνων, αλλά και στο διαφορετικό τρόπο ζωής σε σχέση με το παρελθόν. Η νόσος προσβάλλει και τα δύο φύλα και εκδηλώνεται σε ποσοστό 85% πριν από το 5ο έτος της ηλικίας.

   Η ατοπική δερματίτιδα μπορεί να συνυπάρχει με άλλα ατοπικά νοσήματα (βρογχικό άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργική επιπεφυκίτιδα) ή μπορεί να εμφανισθεί μόνη της. Μεγάλη σημασία έχει η κληρονομική προδιάθεση ενός ατόμου. Στο 44% των ασθενών με ατοπική δερματίτιδα τουλάχιστον ο ένας από τους γονείς έχει ιστορικό ατοπικής δερματίτιδας, ενώ στο 28% ο ένας γονιός έχει βρογχικό άσθμα.

   Η ατοπική δερματίτιδα εμφανίζεται για πρώτη φορά το 2ο με 3ο μήνα της ζωής με ερυθρότητα και μικρές φυσαλίδες κυρίως στις παρειές του πρόσωπου, ενώ οι περιοχές γύρω από τη μύτη, τα μάτια και το στόμα δεν προσβάλλονται. Αυτή η βρεφική δερματίτιδα, ύστερα από μια περίοδο εξάρσεων (κυρίως τους χειμερινούς μήνες) και υφέσεων, μπορεί να υποχωρήσει κατά τη διάρκεια του 2ου έτους της ζωής ή μπορεί να εξελιχθεί σε παιδικό έκζεμα. Πολλές φορές μπορεί να εμφανισθεί μια χαρακτηριστική πτύχωση κάτω από τις οφθαλμικές κόγχες. Το παιδικό έκζεμα διαρκεί συνήθως μέχρι την ηλικία των 4 χρόνων, μπορεί να φθάσει μέχρι την ηλικία των 10-12 χρόνων και πιο σπάνια μπορεί να συνεχισθεί και στην ενήλικη ζωή.

   Στο ατοπικό έκζεμα ή ατοπική δερματίτιδα της παιδικής ηλικίας, το εξάνθημα χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα, ξηροδερμία και απολέπιση, κυρίως στις καμπτικές επιφάνειες χεριών και ποδιών, ενώ συνοδεύεται από έντονο κνησμό. Ο κνησμός του δέρματος δημιουργεί ξεσμό που επιταχύνει και διαιωνίζει τις ανοσολογικές διαταραχές.

   Η ξηρότητα του δέρματος του ατοπικού ασθενούς οφείλεται σε διαταραχή της λειτουργίας του φράγματος της επιδερμίδας, με αποτέλεσμα την απώλεια νερού. Η διαπερατότητα της επιδερμίδας είναι αυξημένη στην ατοπική δερματίτιδα όχι μόνο στις περιοχές με βλάβες, αλλά και στις φαινομενικά υγιείς περιοχές. Η υπερ-διαπερατότητα του «φράγματος» της επιδερμίδας αφήνει να διεισδύουν τα αντιγόνα που διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η διαπερατότητα της επιδερμίδας διεγείρει την αλλεργία, ενώ η φλεγμονή προκαλεί βλάβες στο «φράγμα».

   Παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν έξαρση της ατοπικής δερματίτιδας είναι οι κλιματικές συνθήκες, το stress, ο ιδρώτας και οι λοιμώξεις του δέρματος. Το stress καθώς επίσης και η άσχημη ψυχολογική κατάσταση μπορεί να επιδεινώσουν την ατοπική δερματίτιδα, αλλά και η ίδια η ατοπική δερματίτιδα μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα ζωής τόσο των ασθενών όσο και των οικογενειών τους. Επιμολύνσεις από σταφυλόκοκκους, στρεπτόκοκκους, μύκητες και ιούς μπορεί να γίνουν πάνω σε βλάβες ατοπικής δερματίτιδας. Ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου.

   Σε ό,τι αφορά τη θεραπεία, προαπαιτούμενο είναι η ενημέρωση των γονέων για την κλινική εικόνα της νόσου, τη φυσική πορεία και την πιθανή εξέλιξη.

   Η επιτυχία κάθε τοπικής θεραπείας σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την επιλογή του εκδόχου. Στις φλεγμονώδεις αλλοιώσεις χρησιμοποιούνται υδρόφιλες κρέμες ή γαλακτώματα και μερικές φορές υγρές επιδέσεις. Μόλις περάσει η οξεία φάση της φλεγμονής, χορηγούνται περισσότερο λιπόφιλα σκευάσματα (αλοιφές), γιατί είναι πιο κατάλληλα για το ξηρό δέρμα. Όταν υπάρχουν εφελκίδες, θα πρέπει να απομακρύνονται προσεκτικά με χλιαρό νερό, στο οποίο συνήθως προσθέτουμε αντιφλεγμονώδεις ουσίες.

   Από τα καλλυντικά προϊόντα, τα σκευάσματα που περιέχουν εκχύλισμα βρώμης φαίνεται να δίνουν ικανοποιητικά αποτελέσματα στην ατοπική δερματίτιδα, γιατί έχουν αντιφλεγμονώδη και καταπραϋντική δράση. Εξίσου καλά αποτελέσματα φαίνεται να δίνουν και τα σκευάσματα που περιέχουν ω-6 λιπαρά οξέα.

   Σε ορισμένες περιπτώσεις παράλληλα με την τοπική θεραπεία μπορεί να χρειασθεί και η χρησιμοποίηση αντισταμινικών από το στόμα. Όταν υπάρχουν επιμολυσμένες βλάβες, θα πρέπει να χορηγούνται και αντιβιοτικά από το στόμα (π.χ. ερυθρομυκίνη).

   Σε ιδιαίτερα βαριές μορφές ατοπικής δερματίτιδας έχει χρησιμοποιηθεί ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο, η κυκλοσπορίνη, σε χαμηλές δόσεις. Το φάρμακο αυτό είχε καλά αποτελέσματα τόσο στην ύφεση των συμπτωμάτων όσο και στην καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των ασθενών και των γονιών τους, αλλά χρησιμοποιείται σπάνια και σε πολύ δύσκολες περιπτώσεις, λόγω των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών.

   Από τα τοπικά φαρμακευτικά προϊόντα, μέχρι πρόσφατα, στις μεσαίου και πιο έντονου βαθμού ατοπικές δερματίτιδες χρησιμοποιούσαμε κρέμες κορτιζόνης. Τελευταία, όμως, οι κρέμες που έφεραν μια επανάσταση στη θεραπευτική αντιμετώπιση της ατοπικής δερματίτιδας είναι αυτές που περιέχουν τοπικούς ανοσοτροποποιητές. Οι τοπικοί ανοσοτροποποιητές είναι το Pimecrolimus και το Tacrolimus. Οι ουσίες αυτές δρουν εκλεκτικά στα κύτταρα του δέρματος που συμμετέχουν στη φλεγμονή και έχουν πολύ καλά θεραπευτικά αποτελέσματα, χωρίς να έχουν τις ανεπιθύμητες δράσεις της κορτιζόνης.

   Σε πρόσφατες μελέτες φαίνεται ότι το Pimecrolimus είχε ελάχιστη συστηματική απορρόφηση ακόμη και σε βρέφη άνω των 3 μηνών, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν χορηγείται ακόμη σε ηλικίες κάτω των 2 ετών (το ίδιο ισχύει και για το Tacrolimus).

   Οι κρέμες που περιέχουν το Pimecrolimus ή το Tacrolimus χρησιμοποιούνται 2 φορές την ημέρα στις περιοχές των βλαβών και είναι πολύ καλά ανεκτές από τους ασθενείς.

   Τελειώνοντας, τα παιδιά με ατοπική δερματίτιδα θα πρέπει να αποφεύγουν το πολύ ζεστό μπάνιο, τη δυνατή τριβή του δέρματος με σφουγγάρι, τη χρησιμοποίηση προϊόντων με οινόπνευμα πάνω στο δέρμα και γενικά τις ουσίες που προκαλούν έξαρση της νόσου, ενώ θα πρέπει να χρησιμοποιούν ρούχα και κυρίως εσώρουχα βαμβακερά και να διατηρούν το δέρμα μαλακό με ειδικές κρέμες που θα συστήσει ο γιατρός.