Ψωρίαση

 
   psoriasiΗ ψωρίαση είναι ένα συχνό, χρόνιο νόσημα που εμφανίζεται σε γενετικώς προδιατεθειμένα άτομα και χαρακτηρίζεται από την υπερπλασία της επιδερμίδας και το γρήγορο πολλαπλασιασμό των επιδερμιδικών κυττάρων.

   Φυσιολογικά κάθε μήνα τα κύτταρα της επιδερμίδας αποβάλλονται και αντικαθίστανται με νέα. Στους ψωριασικούς ασθενείς η αντικατάσταση των κυττάρων της επιδερμίδας γίνεται πολύ πιο γρήγορα από το μήνα (συνήθως σε μία εβδομάδα). Έτσι, η επιδερμίδα γίνεται παχύτερη και τα κύτταρα που αποβάλλονται καθημερινά είναι πολύ περισσότερα απ’ ό,τι στο υγιές δέρμα.

   Παράλληλα, κάτω από την επιδερμίδα (στο κυρίως δέρμα), υπάρχουν συμπτώματα φλεγμονής, με οίδημα και διαστολή των αγγείων. Αποτέλεσμα όλης αυτής της διεργασίας είναι η εμφάνιση της ψωριασικής βλάβης, που χαρακτηρίζεται από μια κόκκινη πλάκα που καλύπτεται από παχιά λέπια αργυρού χρώματος κι έχει σαφή όρια από το γύρω υγιές δέρμα.

   Οι ψωριασικές βλάβες έχουν διάμετρο λίγων εκατοστών. Εάν ξύσουμε μια βλάβη, τα λέπια πέφτουν, όπως ακριβώς γίνεται όταν ξύνουμε ένα κερί, ενώ κάτω από αυτά μπορεί να εμφανιστούν μικρές σταγόνες αίματος.

   Η ψωρίαση εμφανίζεται συχνότερα στο τριχωτό της κεφαλής, τους αγκώνες, τα γόνατα και τις κνήμες, μπορεί όμως να εμφανιστεί και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματος (παλάμες, πέλματα, νύχια, πτυχές, κλπ.).

   Στα παιδιά, οι ψωριασικές βλάβες εμφανίζονται συνήθως σαν σταγόνες βροχής, με δέρμα κόκκινο και με λέπια που συχνά εμφανίζονται ύστερα από μια στρεπτοκοκκική λοίμωξη.

   Η ψωρίαση προσβάλλει το 2-5% του πληθυσμού και αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα ο αριθμός των ασθενών ξεπερνάει τους 200.000. Το νόσημα δεν είναι μεταδοτικό.

   Η ακριβής αιτία της ψωρίασης είναι ακόμα άγνωστη. Η νόσος εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με κληρονομική προδιάθεση, ενώ σημαντικό είναι το ανοσολογικό υπόβαθρό της.

   Οι παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση της ψωρίασης σε προδιατεθειμένα άτομα είναι:

  • το ψυχρό κλίμα, γι’ αυτό και υπάρχει έξαρση το χειμώνα,
  • οι στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις, που είναι υπεύθυνες για τη δημιουργία σταγονοειδούς ψωρίασης κυρίως στην παιδική ηλικία,
  • οι ιογενείς λοιμώξεις και κυρίως οι λοιμώξεις από ορισμένα στελέχη του ιού των θηλωμάτων, σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες,
  • οι τραυματισμοί του δέρματος (μία έως δυο εβδομάδες μετά τον τραυματισμό, εμφανίζονται στο σημείο τραυματισμού ψωριασικές πλάκες),
  • οι ορμονικές μεταβολές (υπάρχει έξαρση στην εφηβεία, καθώς επίσης και μετά τον τοκετό),
  • ο ψυχολογικός παράγοντας (το άγχος και η άσχημη ψυχολογική κατάσταση σε μια συγκεκριμένη περίοδο),
  • ορισμένα φάρμακα, όπως τα ανθελονοσιακά, οι αναστολείς των β‑υποδοχέων και το λίθιο μπορεί να επιδεινώσουν την ψωρίαση.

   Για μερικούς ασθενείς ακόμη και μερικές μόνον ορατές βλάβες, κυρίως στα χέρια ή το πρόσωπο, είναι αρκετές για να τους προκαλέσουν ενόχληση, ντροπή, άγχος και να χάσουν την αυτοεκτίμησή τους.

   Η ψωρίαση επηρεάζει την ποιότητα και τον τρόπο ζωής των ασθενών, τις διαπροσωπικές σχέσεις και μερικές φορές τις επαγγελματικές ευκαιρίες. Όλα αυτά μπορεί να έχουν χειρότερες επιπτώσεις από την ίδια την πάθησή τους. Ορισμένοι ασθενείς αποφεύγουν να δοκιμάζουν ρούχα στα μαγαζιά, για να μη φαίνονται οι ψωριασικές πλάκες, ενώ άλλοι αποφεύγουν να αγοράζουν ρούχα με σκούρα χρώματα, για να μη φαίνονται τα λέπια πάνω στα σκουρόχρωμα ρούχα.

   Άλλοι ασθενείς αποφεύγουν τα σπορ, καθώς επίσης και τις επισκέψεις στα κομμωτήρια. Σε ορισμένες περιπτώσεις προσβάλλονται οι αρθρώσεις και αυτό μπορεί να επηρεάσει την επιλογή επαγγέλματος.

Η ψωρίαση είναι μια κυκλική νόσος, με περιόδους εξάρσεων και υφέσεων. Η κλινική εικόνα του κάθε ασθενούς αλλάζει σε διάφορες χρονικές περιόδους, γι’ αυτό και αλλάζουν και οι ανάγκες του για θεραπεία.

   Σε ό,τι αφορά τη θεραπεία, σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας πολλά θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για την ύφεση των βλαβών της ψωρίασης. Θα πρέπει να τονίσω ότι δεν υπάρχει πλήρης ίαση της νόσου. Αυτό σημαίνει ότι με τις διάφορες θεραπευτικές αγωγές θα υποχωρούν οι ψωριασικές βλάβες, δεν σημαίνει όμως ότι αργότερα δεν θα υποτροπιάσουν. Η οριστική και δια βίου εκρίζωση της νόσου επιτυγχάνεται σε πολύ λίγες περιπτώσεις.

   Η θεραπεία της ψωρίασης χωρίζεται στην τοπική και τη συστηματική. Σε ό,τι αφορά την τοπική θεραπεία, αρχικά χορηγούμε ειδικές κερατολυτικές κρέμες για την απομάκρυνση των λεπιών από τις ψωριασικές πλάκες, καθώς επίσης και μαλακτικές και υδατικές κρέμες για τη μείωση της απώλειας της ενδοεπιδερμικής υγρασίας και για την καλύτερη δράση των άλλων θεραπειών.

   Τοπικά, χορηγούνται ακόμη κρέμες που περιέχουν κορτικοστεροειδή ή συνδυασμούς κορτικοστεροειδών με άλλες ουσίες που έχουν κερατολυτική δράση.

   Άλλες ουσίες που χρησιμοποιούνται τοπικά με καλά αποτελέσματα είναι τα παράγωγα της λιθανθρακόπισσας, τα παράγωγα της βιταμίνης D (κυρίως η καλσιποτριόλη) και τα ρετινοειδή (κυρίως η ταζαροτένη).

   Ένας άλλος τρόπος θεραπείας, που εφαρμόζεται κυρίως στις περισσότερο εκτεταμένες μορφές ψωρίασης ή όταν οι ασθενείς δεν θέλουν να πάρουν άλλου τύπου θεραπείες από το στόμα, είναι η φωτοχημειοθεραπεία.

   Η δράση της είναι αντιμιττωτική, ανοσορυθμιστική και αντιφλεγμονώδης, αλλά έχει αρκετές ανεπιθύμητες ενέργειες, με σημαντικότερη την αύξηση του κινδύνου εμφάνισης ακανθοκυτταρικού επιθηλιώματος, καθώς επίσης και την αύξηση εμφάνισης καταρράκτη.

   Από τα συστηματικώς χορηγούμενα φάρμακα χρησιμοποιούνται περισσότερο η μεθοτρεξάτη, η ακιτρεκίνη και κυρίως η κυκλοσπορίνη. Η κυκλοσπορίνη δρα σαν ένας ανοσοποιητικός, ανοσοκατασταλτικός παράγοντας, με δράση κυρίως στα ενεργοποιημένα Τ-λεμφοκύτταρα. Ο ασθενής καθαρίζει γρήγορα από τις βλάβες και μένει καθαρός για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (για αρκετούς μήνες), ενώ βελτιώνεται σημαντικά η ποιότητα ζωής του.

   Θα πρέπει να γίνεται μία εξέταση αίματος για έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας πριν από τη θεραπεία με κυκλοσπορίνη και κατά τη διάρκειά της, ενώ θα πρέπει να ελέγχεται και η αρτηριακή πίεση. Στη σταγονοειδή μορφή ψωρίασης χορηγούνται αντιβιοτικά του τύπου των μακρολιδών, από το στόμα, για μικρό χρονικό διάστημα.

   Σε εκτεταμένες μορφές ψωρίασης χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια οι βιολογικοί παράγοντες σε ενέσιμη μορφή, με πολύ καλά αποτελέσματα. Τα φάρμακα αυτά στοχεύουν στα Τ-λεμφοκύτταρα εμποδίζοντας την απελευθέρωση κυτοκινών που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της ψωρίασης. Για τα φάρμακα αυτά απαιτούνται εργαστηριακές εξετάσεις πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

   Σε γενικές γραμμές, ανεξάρτητα από το είδος της θεραπείας που θα ακολουθήσουν οι ασθενείς, θα πρέπει να είναι ήρεμοι, χωρίς στρες και να εκτίθενται στην υπεριώδη ακτινοβολία. Γενικά, ο ήλιος και τα ξηρά κλίματα βελτιώνουν τις ψωριασικές βλάβες, ενώ, αντιθέτως, το κρύο και η υγρασία τις επιδεινώνουν. Σε ορισμένες πολύ σπάνιες περιπτώσεις οι ψωριασικές βλάβες μπορεί να επιδεινωθούν από τον ήλιο.

   Τελειώνοντας θα πρέπει να αναφέρω ότι στο μέλλον, όταν προσδιοριστούν τα γονίδια που εμπλέκονται στην παθογένεια της ψωρίασης, θα μπορεί να γίνει η τροποποίηση ή η υποκατάσταση των γονιδίων αυτών, με αποτέλεσμα να δοθεί λύση στο πρόβλημα.